στο λεξικό PONS
τρόπος [ˈtrɔpɔs] SUBST αρσ
1. τρόπος (μέθοδος):
- τρόπος
- Art θηλ
- μ' αυτό/κατ' αυτό τον τρόπο
- auf diese Art
- με κανένα τρόπο
- auf keinen Fall
- με κάθε τρόπο
- um jeden Preis
- δεν υπάρχει τρόπος να τον προλάβουμε
- es gibt keine Möglichkeit, ihn einzuholen
- βρίσκω τρόπο να …
- einen Weg finden, um zu …
- τρόπος ζωής
- Lebensart θηλ
2. τρόπος (φέρσιμο):
- δεν έχει τρόπους
- er hat keine Manieren
- τι τρόπος είν' αυτός!
- was ist das für eine Art!
- δεν είναι τρόπος αυτός!
- das ist doch keine Art!
- έχει ευγενικούς τρόπους
- er/sie hat eine höfliche Art
- με τρόπο (για ερώτηση)
- taktvoll, höflich
- με τρόπο (πληροφόρηση για άσχημα νέα)
- schonend
3. τρόπος ΜΟΥΣ:
- τρόπος
- Tongeschlecht ουδ
- μείζων τρόπος
- Dur ουδ
- ελάσσων τρόπος
- Moll ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- τρόπος αρσ έκφρασης
- Ausdrucksart θηλ
- μείζων τρόπος
- Dur ουδ
- ελάσσων τρόπος
- Moll ουδ
- τρόπος ζωής
- Lebensart θηλ
- τι τρόπος είν' αυτός!
- was ist das für eine Art!