στο λεξικό PONS
είμαι <ήμουν> [ˈimɛ] VERB αμετάβ ohne Aoriststamm
- είμαι
- sein
- τι είναι αυτό/τι 'ναι αυτό/τι 'ν' αυτό;
- was ist das?
- καλό είναι
- es ist gut
- πώς είστε/είσαι;
- wie geht es Ihnen/dir?
- ποιος είναι; (όταν χτυπάει η πόρτα)
- wer ist da?
- εγώ είμαι
- ich bin es, ich bin's
- είσαι κι εσύ ένας/μια!
- du bist vielleicht einer/eine!
- είναι κι αυτός/αυτή ένας/μια!,
- der/die ist vielleicht einer/eine!
- αυτό είναι! (το βρήκα)
- das ist es!
- είναι για κλάματα
- es ist zum Heulen/Jammern
- είναι για γέλια
- es ist zum Lachen
- είναι να τρελαθείς
- es ist zum Verrücktwerden
- αυτός είναι για δέσιμο
- der gehört eingesperrt
- όπως και να 'ναι το πράγμα, πρέπει να πάμε
- wie dem auch sei: wir müssen hingehen
- λέει ό,τι να 'ναι
- er erzählt einfach, was ihm gerade einfällt
- ποιο θέλεις; - όποιο να 'ναι
- welches willst du? - irgendeins
- εγώ είμαι μαζί του (όχι εναντίον του)
- ich stehe auf seiner Seite
- είσαι με τα καλά σου;
- geht's dir noch recht?
- θαρρώ δεν είσαι με τα καλά σου
- dir geht's wohl nicht recht
- … και πού είσαι ακόμα!
- … und das ist erst der Anfang!
- όπου να 'ναι θα 'ρθει
- er muss jeden Moment kommen
- ήταν να φτάσει χθες
- gestern sollte er ankommen
- αυτό είναι να πάει στο Βερολίνο
- das soll nach Berlin
- είναι να αρχίσει τη Δευτέρα
- es soll am Montag anfangen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- σήμερα είμαι, αύριο δεν είμαι
- man weiß nie, was passiert
- είμαι πίτα οικ (μεθυσμένος)
- blau sein
- είμαι βιαστικός
- es eilig haben
- είμαι φαγάνα
- raffgierig sein
- είμαι κανόνι (μηχάνημα, πράγμα)
- der totale Knaller sein