στο λεξικό PONS
σκουντ|ώ <-άς, -ησα [ή -ηξα] > [skunˈdɔ] VERB μεταβ
1. σκουντώ (βαρύ αντικείμενο, πόρτα, αυτοκίνητο):
- σκουντώ
- schieben
2. σκουντώ (άνθρωπο):
- σκουντώ
- schubsen, stoßen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.