στο λεξικό PONS
σχίζω
σχίζω s. σκίζω
I. σκί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [ˈscizɔ] VERB μεταβ
1. σκίζω (χαρτί κτλ: κόβω):
- σκίζω
- reißen
- το έσκισα σε δυο κομμάτια
- ich habe es in zwei Stücke gerissen
2. σκίζω (αποκόβω):
- σκίζω
- abreißen
- έσκισα ένα κομμάτι
- ich habe ein Stück abgerissen
3. σκίζω (χαλώ):
- σκίζω
- zerreißen
- τα έσκισα όλα
- ich habe alles zerrissen
4. σκίζω (ανοίγω σκίζοντας):
- σκίζω
- aufreißen
5. σκίζω (κόβω κατά μήκος: ξύλο κτλ):
- σκίζω
- spalten
II. σκίζομαι VERB αυτοπ ρήμα
1. σκίζομαι (χαλώ):
- σκίστηκε (αποκόπηκε)
- es ist abgerissen
- σκίστηκε (άνοιξε)
- es ist aufgerissen
- σκίστηκε (παρουσίασε μια μικρή σκισμή)
- es ist eingerissen
- σκίστηκε (χάλασε εντελώς)
- es ist zerrissen
2. σκίζομαι (χωρίζομαι στα δύο):
- σκίζομαι σε
- sich spalten in +αιτ
3. σκίζομαι μτφ (αγωνίζομαι):
- σκίζομαι να κάνω κάτι
- sich abmühen, etw zu tun
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.