στο λεξικό PONS
άτυχ|ος <-η, -ο> [ˈatixɔs] ΕΠΊΘ
1. άτυχος (ανεπιτυχής, άστοχος, μη ευχάριστος):
- άτυχος
- unglücklich
- στάθηκα άτυχος σε κάτι
- ich habe in etw δοτ versagt
2. άτυχος (που δεν έχει καλή τύχη):
- είμαι άτυχος
- kein Glück haben, Pech haben
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- είμαι άτυχος
- kein Glück haben, Pech haben
- στάθηκα άτυχος σε κάτι
- ich habe in etw δοτ versagt