στο λεξικό PONS
τίτλος [ˈtitlɔs] SUBST αρσ
1. τίτλος (έργου, ευγένειας):
- τίτλος ΠΑΝΕΠ, ΑΘΛ
- Titel αρσ
2. τίτλος (επικεφαλίδα):
- τίτλος
- Überschrift θηλ
3. τίτλος ΧΡΗΜΑΤΟΠ:
- τίτλος
- Titel αρσ
- τίτλος
- Wertpapier ουδ
- άυλος τίτλος
- dematerialisiertes Wertpapier ουδ
- βραχυπρόθεσμος τίτλος
- kurzfristiger Titel αρσ
- διαπραγματεύσιμος τίτλος
- übertragbares/begebbares Wertpapier ουδ
- εκτελεστός τίτλος
- vollstreckbarer Titel αρσ
- τίτλος εξωτερικού
- Auslandswertpapier ουδ
- τίτλος επικαρπίας
- Genussschein αρσ
- τραπεζικός τίτλος
- Banktitel αρσ
- χρεωστικός τίτλος
- Schuldtitel αρσ
- αγορά θηλ τίτλων
- Wertpapiermarkt αρσ
- αγορά θηλ τίτλων σε ευρώ
- Euro-Wertpapiermarkt αρσ
- απόθεμα ουδ έκδοσης τίτλου δημόσιας εγγραφής
- Emissionsreserve θηλ
- έκδοση θηλ τίτλου
- Emission θηλ
- έκδοση θηλ τίτλου για λογαριασμό τρίτου
- Fremdemission θηλ
- εκδότης αρσ τίτλων
- Emittent αρσ
- έγκριση θηλ έκδοσης τίτλου
- Emissionsgenehmigung θηλ
- έλεγχος αρσ έκδοσης τίτλων από το Δημόσιο
- Emissionskontrolle θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- χρεωστικός τίτλος
- Schuldtitel αρσ
- εκτελεστός τίτλος
- vollstreckbarer Titel αρσ
- υποθηκικός τίτλος
- Hypothekenbrief αρσ
- άυλος τίτλος
- dematerialisiertes Wertpapier ουδ
- βραχυπρόθεσμος τίτλος
- kurzfristiger Titel αρσ