στο λεξικό PONS
μεταλλικ|ός <-ή, -ό> [mɛtaliˈkɔs] ΕΠΊΘ
1. μεταλλικός:
- μεταλλικός
- Metall-, metallisch
- μη μεταλλικός
- nichtmetallisch
- μεταλλικός δεσμός ΧΗΜ
- Metallbindung θηλ
- μεταλλικό ορυκτό
- metallisches Erz ουδ
- μεταλλικό νερό
- Mineralwasser ουδ
- μεταλλικό προϊόν
- Metallerzeugnis ουδ
- μεταλλικό στοιχείο ΧΗΜ
- metallisches Element ουδ
2. μεταλλικός μτφ (ήχος):
- μεταλλικός
- metallisch
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μεταλλικός κρύσταλλος
- Metallkristall αρσ
- μεταλλικός δεσμός
- Metallbindung θηλ
- μη μεταλλικός
- nichtmetallisch