στο λεξικό PONS
γενικά ΕΠΊΡΡ
- γενικά
- allgemein
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- γενικά έξοδα ΟΙΚΟΝ
- Gemeinkosten πλ
- γενικά διοικητικά έξοδα ΛΟΓΙΣΤ
- Verwaltungsgemeinkosten πλ
- γενικά λειτουργικά έξοδα
- allgemeine Betriebskosten πλ
- γενικά βιομηχανικά έξοδα ΛΟΓΙΣΤ
- Fertigungsgemeinkosten πλ
- γενικά έξοδα ουδ πλ παραγωγής
- Produktionsgemeinkosten πλ