στο λεξικό PONS
παράπονο [paˈrapɔnɔ] SUBST ουδ
1. παράπονο (έκφραση θλίψης):
- παράπονο
- Klage θηλ
- σταμάτα πια τα παράπονα!
- hör auf zu jammern!
- χωρίς παράπονα
- klaglos
- με πιάνει/πέρνει το παράπονο
- ganz betrübt werden
2. παράπονο (ήπια διαμαρτυρία):
- παράπονο
- Beschwerde θηλ
- κάνω παράπονο
- sich beschweren
- διευθετώ ένα παράπονο
- einer Beschwerde δοτ abhelfen
- τα παράπονά σου στο δήμαρχο!
- du bist mit deinen Beschwerden (bei mir) an der falschen Adresse!
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κάνω παράπονο
- sich beschweren
- διευθετώ ένα παράπονο
- einer Beschwerde δοτ abhelfen
- με πιάνει/πέρνει το παράπονο
- ganz betrübt werden