στο λεξικό PONS
αλήθεια1 [aˈliθça] SUBST θηλ
- αλήθεια
- Wahrheit θηλ
- λέω την αλήθεια
- die Wahrheit sagen
- είναι αλήθεια
- es ist wahr
- εξακριβώνω την αλήθεια
- die Wahrheit herausfinden
- είναι αλήθεια ότι …, αλλά …
- es stimmt (schon), dass …, aber …
- για να πω την αλήθεια …
- ehrlich gesagt …
- μα την αλήθεια!
- ehrlich!
- η γυμνή/καθαρή αλήθεια
- die nackte/reine Wahrheit
- η μαύρη αλήθεια
- die traurige Wahrheit θηλ
- η αλήθεια είναι ότι δεν έχω και τόση όρεξη
- eigentlich habe ich gar nicht so viel Lust
- υπάρχει μια δόση αλήθειας σ' αυτό
- da ist etwas Wahres dran
αλήθεια2 [aˈliθça] ΕΠΊΡΡ
- αλήθεια
- wirklich
- αλήθεια, πήρε καθόλου τηλέφωνο;
- apropos: Hat er eigentlich angerufen?
αλήθεια ΕΠΊΡΡ
- στ΄ αλήθεια (αληθινά, πραγματικά) οικ
- wirklich
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- είναι αλήθεια
- es ist wahr
- είναι αλήθεια ότι …, αλλά …
- es stimmt (schon), dass …, aber …
- αν βγει η αλήθεια …
- wenn das herauskommt …
- αλήθεια, πήρε καθόλου τηλέφωνο;
- apropos: Hat er eigentlich angerufen?
- έλαμψε η αλήθεια
- die Wahrheit hat gesiegt