στο λεξικό PONS
διάλογος [ðiˈalɔɣɔs] SUBST αρσ
- διάλογος
- Dialog αρσ
- ανοίγω διάλογο με κάποιον
- mit jdm einen Dialog beginnen
- ανοιχτός διάλογος
- offener Dialog αρσ
- δημόσιος διάλογος
- öffentlicher Dialog αρσ
- κοινωνικός διάλογος
- sozialer Dialog αρσ
- πλατωνικός διάλογος
- platonischer Dialog αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- πλατωνικός διάλογος
- platonischer Dialog αρσ
- ανοιχτός διάλογος
- offener Dialog αρσ
- δημόσιος διάλογος
- öffentlicher Dialog αρσ
- κοινωνικός διάλογος
- sozialer Dialog αρσ