στο λεξικό PONS
ποτήρι [pɔˈtiri] SUBST ουδ
- ποτήρι
- Glas ουδ
- ένα ποτήρι κρασί
- ein Glas ουδ Wein
- είμαι γερό ποτήρι
- ein starker Trinker sein
- ποτήρι εκμάθησης (για νήπιο)
- Trinklerntasse θηλ
- ποτήρι για κοκτέιλ
- Cocktailglas ουδ
- ποτήρι του κρασιού
- Weinglas ουδ
- ποτήρι του κρασιού τύπου μπορντό
- Bordeauxglas ουδ
- ποτήρι άσπρου κρασιού
- Weißweinglas ουδ
- ποτήρι κόκκινου κρασιού
- Rotweinglas ουδ
- ποτήρι γλυκού κρασιού
- Madeiraglas ουδ
- ποτήρι της σαμπάνιας
- Sektglas ουδ
- ποτήρι του λικέρ
- Likörglas ουδ
- ποτήρι της μπίρας
- Bierglas ουδ
- ποτήρι του μπράντι
- Kognakschwenker αρσ
- ποτήρι του ουίσκι
- Whiskyglas ουδ
- ποτήρι της σαμπάνιας
- Sektglas ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ποτήρι εκμάθησης (για νήπιο)
- Trinklerntasse θηλ
- θέλω (ένα) άλλο ποτήρι
- ich will ein anderes Glas
- ποτήρι της σαμπάνιας
- Sektglas ουδ
- ποτήρι άσπρου κρασιού
- Weißweinglas ουδ
- ποτήρι κόκκινου κρασιού
- Rotweinglas ουδ