στο λεξικό PONS
κεφάλαιο [cɛˈfalɛɔ] SUBST ουδ
1. κεφάλαιο (βιβλίου):
- κεφάλαιο
- Kapitel ουδ
- κύριο/κεντρικό κεφάλαιο
- Hauptkapitel ουδ
- τελικό κεφάλαιο
- Schlusskapitel ουδ
2. κεφάλαιο ΧΡΗΜΑΤΟΠ μτφ (πλεονέκτημα, δυναμικό):
- κεφάλαιο
- Kapital ουδ
- αμοιβαίο κεφάλαιο
- Investmentfonds αρσ
- αμοιβαίο κεφάλαιο κλειστού τύπου
- geschlossener Investmentfonds αρσ
- ανθρώπινο κεφάλαιο
- Humanvermögen ουδ
- αποθεματικά κεφάλαια
- Reservekapital ουδ ενικ
- αρχικό κεφάλαιο
- Startkapital ουδ
- άυλο κεφάλαιο (εταιρείας)
- Firmenwert αρσ
- βιομηχανικό κεφάλαιο
- Industriekapital ουδ
- δανειακό κεφάλαιο
- Fremdkapital ουδ
- δανειακό κεφάλαιο
- Anleihekapital ουδ
- εγκεκριμένο/εγκριθέν κεφάλαιο
- genehmigtes Kapital ουδ
- ελάχιστο κεφάλαιο
- Mindestkapital ουδ
- ενεργό κεφάλαιο
- aktives Kapital ουδ
- κεφάλαιο εξαγοράς
- Ablösungsfonds αρσ
- επενδυτικό κεφάλαιο
- Investitionskapital ουδ
- εταιρικό κεφάλαιο
- Gesellschaftskapital ουδ
- ίδιο κεφάλαιο
- Eigenkapital ουδ
- διάρθρωση θηλ ιδίων κεφαλαίων
- Eigenkapitalgliederung θηλ
- σχηματισμός αρσ ίδιου κεφαλαίου
- Eigenkapitalbildung θηλ
- ποσοστό ουδ ίδιου κεφαλαίου
- Eigenkapitalquote θηλ
- αναγκαία ίδια κεφάλαια
- Eigenkapitalbedarf αρσ ενικ
- οδηγία για την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων
- Kapitaladäquanzrichtlinie θηλ
- κεφάλαιο κίνησης
- Betriebskapital ουδ
- κεφάλαιο κίνησης
- Umlaufvermögen ουδ
- καθαρό κεφάλαιο κίνησης
- Nettoumlaufvermögen ουδ
- μετοχικό κεφάλαιο
- Aktienkapital ουδ
- εκδοθέν μετοχικό κεφάλαιο
- ausgegebenes Kapital ουδ
- καλυμμένο μετοχικό κεφάλαιο
- eingezahltes Kapital ουδ
- κερδοσκοπικό κεφάλαιο
- Risikokapital ουδ
- κεφάλαιο κινήσεως
- Betriebskapital ουδ
- μακροπρόθεσμο κεφάλαιο
- langfristiges Kapital ουδ
- νεκρό κεφάλαιο
- totes Kapital ουδ
- ξένο κεφάλαιο
- Fremdkapital ουδ
- ξένο κεφάλαιο (από το εξωτερικό)
- Auslandskapital ουδ
- ονομαστικό κεφάλαιο
- Nominalkapital ουδ
- ονομαστικό κεφάλαιο
- Nennkapital ουδ
- πιστωτικό κεφάλαιο
- Kreditkapital ουδ
- πραγματικό κεφάλαιο
- Realkapital ουδ
- κεφάλαια ουδ πλ συσσώρευσης
- Akkumulationsmittel ουδ πλ
- σταθερό κεφάλαιο
- Fixkapital ουδ
- συνολικό κεφάλαιο
- Gesamtkapital ουδ
- τραπεζικό κεφάλαιο
- Bankkapital ουδ
- χρηματοδοτικό κεφάλαιο
- Finanzierungskapital ουδ
- ανάγκη θηλ κεφαλαίων
- Kapitalbedarf αρσ
- αποδοτικότητα θηλ κεφαλαίου
- Kapitaleffizienz θηλ
- απώλεια θηλ κεφαλαίου
- Kapitalverlust αρσ
- αύξηση θηλ του κεφαλαίου
- Kapitalerhöhung θηλ
- διάρθρωση θηλ κεφαλαίων
- Kapitalstruktur θηλ
- κίνηση θηλ κεφαλαίων
- Kapitalverkehr αρσ
- έλεγχος αρσ κίνησης κεφαλαίων
- Kapitalverkehrskontrolle θηλ
- έλλειψη θηλ κεφαλαίων
- Kapitalmangel αρσ
- ένταση θηλ κεφαλαίου
- Kapitalintensität θηλ
- εξαγωγή θηλ κεφαλαίων
- Kapitalausfuhr θηλ
- εξαγωγή θηλ κεφαλαίων
- Kapitalexport αρσ
- ποσοστό ουδ κεφαλαίου
- Kapitalanteil αρσ
- προσφορά θηλ κεφαλαίων
- Kapitalangebot ουδ
- σχηματισμός αρσ κεφαλαίου
- Kapitalbildung θηλ
- σχηματισμός αρσ χρηματικού κεφαλαίου
- Geldkapitalbildung θηλ
κεφαλαίο [cɛfaˈlɛɔ] SUBST ουδ (γράμμα)
- κεφαλαίο
- Großbuchstabe αρσ
- με κεφαλαία
- in Großbuchstaben
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κεφάλαιο ουδ εξαγοράς
- Ablösungsfonds αρσ
- κεφάλαιο ουδ εγγύησης ΟΙΚΟΝ
- Garantiekapital ουδ
- κεφάλαιο κίνησης
- Betriebskapital ουδ
- δανειακό κεφάλαιο
- Leihkapital ουδ
- πιστασφαλιστικό κεφάλαιο
- Delkrederefonds αρσ