στο λεξικό PONS
ουρά [uˈra] SUBST θηλ
1. ουρά (ζώου):
- ουρά
- Schwanz αρσ
- έχω λεφτά με ουρά
- Geld wie Heu haben
- βάζω την ουρά στα σκέλια
- den Schwanz einziehen
- χώνω παντού την ουρά μου
- überall seine Nase hineinstecken
- έχω χωμένη την ουρά μου σε κάτι
- in einer Sache seine Finger im Spiel haben
- άκρη θηλ της ουράς
- Schwanzende ουδ
2. ουρά (ειδικά κομήτη):
- ουρά
- Schweif αρσ
- ουρά σκόνης
- Staubschweif αρσ
- ουρά ιόντων
- Ionenschweif αρσ
3. ουρά (αεροπλάνου):
- ουρά
- Heck ουδ
- ουρά
- Leitwerk ουδ
- ουρά με πτερύγια στην άτρακτο
- Rumpfleitwerk ουδ
- ουρά σχήματος Τ
- T-Leitwerk ουδ
- ουρά τριών κατακόρυφων πτερυγίων
- Dreifachleitwerk ουδ
- ουρά με υπερυψωμένα πτερύγια
- Flossenleitwerk ουδ
4. ουρά (άκρη, τέλος):
- ουρά
- Ende ουδ
5. ουρά (σειρά ανθρώπων):
- ουρά
- Schlange θηλ
- μπαίνω στην ουρά/κάνω ουρά
- sich anstellen
- στέκομαι στην ουρά
- Schlange stehen
6. ουρά (αυτοκινήτων):
- ουρά
- Schlange θηλ
- ουρά
- Autoschlange θηλ
ούρα [ˈura] SUBST ουδ πλ
- ούρα
- Urin αρσ ενικ
- ούρα
- Harn αρσ ενικ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μπαίνω στην ουρά/κάνω ουρά
- sich anstellen
- ουρά σκόνης
- Staubschweif αρσ
- ουρά ιόντων
- Ionenschweif αρσ
- πουλώ ψέματα με ουρά
- das Blaue vom Himmel herunterlügen
- λιμάντα με κίτρινη ουρά
- Gelbschwanzflunder θηλ