στο λεξικό PONS
χιόνι [ˈçɔni] SUBST ουδ
- χιόνι
- Schnee αρσ
- το ύφασμα ήταν χιόνι (κάτασπρο)
- der Stoff war schneeweiß
- σαν τα χιόνια!
- wen haben wir denn da!
- αιώνιο χιόνι
- ewiger Schnee αρσ
- όξινο χιόνι
- saurer Schnee αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- όξινο χιόνι
- saurer Schnee αρσ
- αιώνιο χιόνι
- ewiger Schnee αρσ
- το ύφασμα ήταν χιόνι (κάτασπρο)
- der Stoff war schneeweiß
- το χιόνι μας ερχόταν ως τα γόνατα
- der Schnee ging uns bis ans Knie