στο λεξικό PONS
αγροτικ|ός <-ή, -ό> [aɣrɔtiˈkɔs] ΕΠΊΘ
1. αγροτικός (σχετιζόμενος με τους αγρότες):
- αγροτικός
- landwirtschaftlich, Agrar-, Landwirtschafts-
- αγροτική δαπάνη
- Agrarausgabe θηλ
- αγροτικό νοικοκυριό
- landwirtschaftlicher Haushalt αρσ
- αγροτικό κίνημα
- Bauernbewegung θηλ
- αγροτική οικονομία
- Agrarwirtschaft θηλ
- διάρθρωση θηλ της αγροτικής οικονομίας
- Agrarstruktur θηλ
- αγροτική παραγωγή
- Agrarproduktion θηλ
- αγροτικό προϊόν
- Agrarprodukt ουδ
- εξαγωγές θηλ πλ αγροτικών προϊόντων
- Agrarausfuhren θηλ πλ
- εξαγωγές θηλ πλ αγροτικών προϊόντων
- Agrarexporte αρσ πλ
- αγροτική συνεργασία
- Zusammenarbeit θηλ im Bereich der Landwirtschaft
- αγροτική τάξη
- Bauerntum ουδ
- αγροτική τράπεζα
- Landwirtschaftsbank θηλ
- αγροτικός τομέας
- Agrarsektor αρσ
- επενδύσεις θηλ πλ του αγροτικού τομέα
- Agrarinvestitionen θηλ πλ
2. αγροτικός (σχετιζόμενος με επαρχιακή περιοχή):
- αγροτικός
- ländlich, Land-
- αγροτική ανάπτυξη
- ländliche Entwicklung θηλ
- αγροτικός γιατρός
- Landarzt αρσ
- αγροτικός δρόμος
- Feldweg αρσ
- αγροτική μετανάστευση
- Landflucht θηλ
- αγροτικός οικισμός
- ländliche Siedlung θηλ
- αγροτική περιοχή
- ländliches Gebiet ουδ
- αγροτικός πληθυσμός
- ländliche Bevölkerung θηλ
- αγροτικός πληθυσμός
- Landbevölkerung θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αγροτικός τουρισμός
- Agrotourismus αρσ
- αγροτικός αναδασμός ΝΟΜ
- Flurbereinigung θηλ
- αγροτικός πληθυσμός
- Landbevölkerung θηλ
- αγροτικός γιατρός
- Landarzt αρσ
- αγροτικός δρόμος
- Feldweg αρσ