στο λεξικό PONS
συνείδησ|η <-εις> [siˈniðisi] SUBST θηλ
1. συνείδηση (αντίληψη, επίγνωση):
- συνείδηση
- Bewusstsein ουδ
- έχω συνείδηση ενός πράγματος
- sich δοτ einer Sache γεν bewusst sein
- κάνω κάτι εν πλήρει συνειδήσει
- etw mit vollem Bewusstsein tun
- εθνική συνείδηση
- Nationalbewusstsein ουδ
- συνείδηση για το περιβάλλον
- Umweltbewusstsein ουδ
- ταξική συνείδηση
- Klassenbewusstsein ουδ
- διατάραξη θηλ της συνείδησης
- Bewusstseinsstörung θηλ
2. συνείδηση (του καλού και του κακού):
- συνείδηση
- Gewissen ουδ
- ελαφρώνω τη συνείδησή μου
- sein Gewissen erleichtern
- ελαφρά τη συνειδήσει
- guten Gewissens
- έχω ήσυχη τη συνείδησή μου
- ein ruhiges/reines/gutes Gewissen haben
- ελευθερία θηλ της συνείδησης
- Gewissensfreiheit θηλ
- ελευθερία θηλ της θρησκευτικής συνείδησης
- Glaubensfreiheit θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- εθνική συνείδηση
- Nationalbewusstsein ουδ
- ταξική συνείδηση
- Klassenbewusstsein ουδ
- ησυχάζω τη συνείδησή μου
- sein Gewissen beruhigen
- έχω συνείδηση ενός πράγματος
- sich δοτ einer Sache γεν bewusst sein
- συνείδηση για το περιβάλλον
- Umweltbewusstsein ουδ