στο λεξικό PONS
ανέφικτ|ος <-η, -ο> [aˈnɛfiktɔs] ΕΠΊΘ
1. ανέφικτος (απρόσιτος):
- ανέφικτος
- unerreichbar
2. ανέφικτος (απραγματοποίητος):
- ανέφικτος
- nicht machbar
ανέφικτος ΕΠΊΘ
- ανέφικτος (αδύνατος)
- unmöglich
- ανέφικτος (απραγματοποίητος)
- undurchführbar
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.