στο λεξικό PONS
χρέος [ˈxrɛɔs] SUBST ουδ
1. χρέος ΧΡΗΜΑΤΟΠ:
- χρέος
- Schuld θηλ
- κάνω χρέη
- Schulden machen
- είμαι πνιγμένος στα χρέη
- bis über beide Ohren in Schulden stecken
- άμεσο χρέος
- Direktschuld θηλ
- αρχικό χρέος
- Anfangsschuld θηλ
- (εσωτερικό) κρατικό/δημόσιο χρέος
- (innere) Staatsverschuldung θηλ
- εξωτερικά χρέη
- Auslandsschulden θηλ πλ
- εταιρικά χρέη
- Gesellschaftsschulden θηλ πλ
- ομοσπονδιακό χρέος
- Bundesschuld θηλ
- τραπεζικά χρέη
- Bankschulden θηλ πλ
- φορολογικό χρέος
- Steuerschuld θηλ
- ανάληψη θηλ χρεών
- Schuldenaufnahme θηλ
- ανάληψη θηλ του χρέους (από τον έναν στον άλλον)
- Schuldübernahme θηλ
- απαλλαγή θηλ από το χρέος
- Schuldbefreiung θηλ
- απαλλαγή θηλ από το υπόλοιπο του χρέους
- Restschuldbefreiung θηλ
- άφεση θηλ χρέους
- Schuldenerlass αρσ
- βάρος ουδ του χρέους
- Schuldenlast θηλ
- διαγραφή θηλ χρεών
- Schuldenerlass αρσ
- διοίκηση θηλ χρεών
- Schuldenverwaltung θηλ
- εγγύηση θηλ εξυπηρέτησης χρέους ΟΙΚΟΝ
- Liquiditätsgarantie θηλ
2. χρέος (καθήκον):
- χρέος
- Pflicht θηλ
- κάνω το χρέος μου
- seine Pflicht tun
- είναι χρέος μου να …
- es ist meine Pflicht, zu …
- το θεωρώ χρέος μου να …
- ich betrachte es als meine Pflicht, zu …
χρέος
- εκτελώ τα χρέη
- die Pflichten erfüllen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- φορολογικό χρέος
- Steuerschuld θηλ
- έγγειο χρέος ΝΟΜ
- Grundschuld θηλ
- ενυπόθηκο χρέος
- Hypothekenschuld θηλ
- άμεσο χρέος
- Direktschuld θηλ
- αρχικό χρέος
- Anfangsschuld θηλ