στο λεξικό PONS
φορτίο [fɔrˈtiɔ] SUBST ουδ
1. φορτίο (ό,τι φορτώθηκε) ΗΛΕΚ:
- φορτίο
- Ladung θηλ
- ένα φορτίο 20 τόνων
- eine 20 Tonnen schwere Ladung
- ιικό φορτίο
- Viruslast θηλ
- ηλεκτρικό φορτίο
- elektrische Ladung θηλ
- αρνητικό/θετικό φορτίο
- negative/positive Ladung θηλ
- διαμετακομιστικό φορτίο
- Transitladung θηλ
- επαγωγικό φορτίο
- induktive Last θηλ
- ελεύθερο φορτίο
- freie Ladung θηλ
- κινούμενο φορτίο ΗΛΕΚ
- bewegliche Ladung θηλ
- πυρηνικό φορτίο ΦΥΣ
- Kernladung θηλ
- ωφέλιμο φορτίο
- Nutzlast θηλ
2. φορτίο (ό,τι αποστέλλεται):
- φορτίο
- Fracht θηλ
- αεροπορικό φορτίο
- Luftfracht θηλ
- διαμετακομιστικό φορτίο
- Transitfracht θηλ
- σιδηροδρομικό φορτίο
- Eisenbahnfracht θηλ
- φορτίο πλοίου
- Schiffsfracht θηλ
- αποστολή θηλ φορτίων
- Frachtversand αρσ
- παραλαβή θηλ φορτίων
- Frachtannahme θηλ
3. φορτίο (βάρος):
- φορτίο και μτφ
- Last θηλ
- αξονικό φορτίο
- Axiallast θηλ
- αξονικό φορτίο
- Axialbelastung θηλ
- γενετικό φορτίο
- genetische Bürde θηλ
- συνεχές φορτίο
- Dauerlast θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ιικό φορτίο
- Viruslast θηλ
- διαμετακομιστικό φορτίο
- Transitladung θηλ
- επαγωγικό φορτίο
- induktive Last θηλ
- ηλεκτρικό φορτίο
- elektrische Ladung θηλ
- ελεύθερο φορτίο
- freie Ladung θηλ