στο λεξικό PONS
έκφρασ|η <-εις> [ˈɛkfrasi] SUBST θηλ
- έκφραση
- Ausdruck αρσ
- ως έκφραση της χαράς της
- als Ausdruck ihrer Freude
- δίνω έκφραση σε κάτι
- einer Sache Ausdruck verleihen
- η έκφραση του προσώπου του
- sein Gesichtsausdruck αρσ
- χωρίς έκφραση
- ausdruckslos, ohne Ausdruck
- ένα βλέμμα ουδ χωρίς έκφραση
- ein ausdrucksloser Blick αρσ
- παίζει με έκφραση (το πιάνο)
- er spielt sehr ausdrucksvoll
- προφορική έκφραση
- mündlicher Ausdruck αρσ
- χυδαίες εκφράσεις
- vulgäre Ausdrücke αρσ πλ
- ελευθερία θηλ έκφρασης
- Redefreiheit θηλ
- τρόπος αρσ έκφρασης
- Ausdrucksart θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- έκφραση θηλ γνώμης
- Meinungsäußerung θηλ
- γονιδιακή έκφραση
- Genausprägung θηλ
- χωρίς έκφραση
- ausdruckslos, ohne Ausdruck
- προφορική έκφραση
- mündlicher Ausdruck αρσ
- ένα βλέμμα ουδ χωρίς έκφραση
- ein ausdrucksloser Blick αρσ