στο λεξικό PONS
σκηνή [sciˈni] SUBST θηλ
1. σκηνή (αντίσκηνο):
- σκηνή
- Zelt ουδ
- σκηνή ενός ατόμου
- Einpersonenzelt ουδ
- σκηνή με θόλο
- Kuppelzelt ουδ
- σκηνή ιγκλού
- Igluzelt ουδ
- οικογενειακή σκηνή
- Familienzelt ουδ
2. σκηνή (μέρος για ηθοποιούς):
- σκηνή
- Bühne θηλ
- βγαίνω στη σκηνή
- auf die Bühne treten
3. σκηνή μτφ:
- σκηνή (μέρος έργου) (θέαμα, επεισόδιο)
- Szene θηλ
- πρώτη πράξη, τρίτη σκηνή
- erster Akt, dritte Szene
- τελική σκηνή
- Schlussszene θηλ
- σκηνή βίας
- Gewaltszene θηλ
- σκηνή ζηλοτυπίας
- Eifersuchtsszene θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- σκηνή βίας
- Gewaltszene θηλ
- σκηνή ζηλοτυπίας
- Eifersuchtsszene θηλ
- σκηνή ιγκλού
- Igluzelt ουδ
- οικογενειακή σκηνή
- Familienzelt ουδ
- τελική σκηνή
- Schlussszene θηλ