στο λεξικό PONS
ανακατωσούρα [anakatɔˈsura] SUBST θηλ
1. ανακατωσούρα (ακαταστασία):
- ανακατωσούρα
- Durcheinander ουδ
2. ανακατωσούρα (θόρυβος, σε διαδήλωση):
- ανακατωσούρα
- Tumult αρσ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.