στο λεξικό PONS
ανακουφί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [anakuˈfizɔ] VERB μεταβ
1. ανακουφίζω (άνθρωπο):
- ανακουφίζω
- erleichtern
- όταν τον είδα ανακουφίστηκα
- als ich ihn sah, fühlte ich mich erleichtert
2. ανακουφίζω (πόνο, λύπη):
- ανακουφίζω
- lindern
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.