στο λεξικό PONS
ομολογ|ώ <-είς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [ɔmɔlɔˈɣɔ] VERB μεταβ
1. ομολογώ (παραδέχομαι):
- ομολογώ
- zugeben
- ομολόγησε ότι …
- er hat zugegeben, dass …
2. ομολογώ (προβαίνω σε ομολογία):
- ομολογώ
- gestehen
- ομολόγησε την ενοχή του
- er hat seine Schuld gestanden
3. ομολογώ (αναγνωρίζω):
- ομολογώ
- eingestehen
- δε θέλει να ομολογήσει το λάθος του
- er will seinen Fehler nicht eingestehen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.