στο λεξικό PONS
υπ|άρχω <-ήρξα> [iˈparxɔ] VERB αμετάβ
1. υπάρχω (έχω ύπαρξη):
- υπάρχω
- existieren
- υπάρχει τέτοιο φυτό;
- gibt es so eine Pflanze?
- χωρίς οξυγόνο δεν μπορούμε να υπάρξουμε
- ohne Sauerstoff können wir nicht existieren
- υπάρχει διαφορά;
- gibt es einen Unterschied?
- υπάρχει ζωή μετά το θάνατο;
- gibt es ein Leben nach dem Tod?
- δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα …
- es besteht kein Unterschied zwischen …
- υπάρχουν άνθρωποι που …
- es gibt Menschen, die …
- δεν υπάρχει τίποτα να πιούμε
- es ist nichts zum Trinken da
- δεν υπάρχει πρόβλημα!
- (das ist) kein Problem!
- η άλλη/μεταθανάτια υπάρχω
- das Leben ουδ nach dem Tod
2. υπάρχω (είμαι):
- υπάρχω
- sein
- υπήρξε ο εραστής της
- er war ihr Liebhaber
- υπήρξαν φίλοι
- sie waren Freunde
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- η άλλη/μεταθανάτια υπάρχω
- das Leben ουδ nach dem Tod