στο λεξικό PONS
διευθύν|ω <-α, -θηκα> [ðiɛfˈθinɔ] VERB μεταβ
1. διευθύνω (επιχείρηση, ίδρυμα κτλ):
- διευθύνω
- leiten
2. διευθύνω (ορχήστρα):
- διευθύνω
- dirigieren
3. διευθύνω (πλοίο, αεροπλάνο):
- διευθύνω
- führen
4. διευθύνω (κατευθύνω):
- διευθύνω
- richten
- διευθύνω το βλέμμα/όπλο προς τον ουρανό/την πόρτα
- den Blick/die Waffe zum Himmel/auf die Tür richten
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- διευθύνω το βλέμμα/όπλο προς τον ουρανό/την πόρτα
- den Blick/die Waffe zum Himmel/auf die Tür richten