στο λεξικό PONS
έκπληκτ|ος <-η, -ο> [ˈɛkpliktɔs] ΕΠΊΘ
- έκπληκτος
- überrascht
- έμεινε έκπληκτος
- er war (ganz) überrascht
- είμαι έκπληκτος που σε βλέπω εδώ
- ich bin überrascht, dich hier zu sehen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μένω έκπληκτος
- überrascht sein
- έμεινε έκπληκτος
- er war (ganz) überrascht
- είμαι έκπληκτος που σε βλέπω εδώ
- ich bin überrascht, dich hier zu sehen