στο λεξικό PONS
απαγορ|εύω <-εψα, -εύτηκα, -ευμένος> [apaɣɔˈrɛvɔ] VERB μεταβ
- απαγορεύω
- verbieten
- απαγορεύω σε κάποιον να κάνει κάτι
- jdm verbieten, etw zu tun
- απαγορεύεται το κάπνισμα!
- Rauchen verboten!
- απαγορεύεται να …
- es ist verboten, zu …
- απαγορεύεται η είσοδος
- Zutritt verboten, Zutritt nicht gestattet
- απαγορεύεται η στάθμευση
- Parken verboten
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- απαγορεύω σε κάποιον να κάνει κάτι
- jdm verbieten, etw zu tun