στο λεξικό PONS
γραφείο [ɣraˈfiɔ] SUBST ουδ
1. γραφείο (έπιπλο):
- γραφείο
- Schreibtisch αρσ
2. γραφείο (αίθουσα):
- γραφείο
- Büro ουδ
- μέγαρο ουδ με γραφεία
- Bürogebäude ουδ
3. γραφείο (υπηρεσία):
- γραφείο
- Amt ουδ
4. γραφείο (πρακτορείο):
- γραφείο
- Agentur θηλ
- γραφείο απολεσθέντων αντικειμένων
- Fundbüro ουδ
- Γραφείο Ευρέσεως Εργασίας
- Arbeitsamt ουδ
- Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών
- Pressestelle θηλ
- υπάλληλος γραφείου
- Büroangestellte(r) mf
- γραφείο πληροφοριών
- Auskunftsbüro ουδ
- γραφείο ταξιδιών
- Reisebüro ουδ
- γραφείο δασκάλων
- Lehrerzimmer ουδ
- γραφείο συνοικεσίων
- Partnervermittlung θηλ
- γραφείο συνοικεσίων
- Partnervermittlungsagentur θηλ
- διαφημιστικό γραφείο
- Werbeagentur θηλ
- ταξιδιωτικό γραφείο
- Reiseagentur θηλ
- τουριστικό γραφείο
- Touristeninformation θηλ
γραφείο SUBST
- γραφείο προσωπικού ουδ
- Personalbüro ουδ
γραφείο εύρεσης εργασίας
- γραφείο εύρεσης εργασίας
- das Arbeitsamt,-ämter
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- γραφείο ουδ μισθοδοσίας
- Lohnbüro ουδ
- γραφείο ουδ συμψηφισμού
- Abrechnungsstelle θηλ
- γραφείο ουδ μηχανικού
- Ingenieurbüro ουδ
- γραφείο ουδ αποσκευών
- Gepäckaufbewahrung θηλ
- μεσιτικό γραφείο
- Maklerbüro ουδ