στο λεξικό PONS
I. αφιερώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [afiɛˈrɔnɔ] VERB μεταβ (ένα βιβλίο, τη ζωή μου)
- αφιερώνω
- widmen
II. αφιερώνομαι VERB αυτοπ ρήμα
- αφιερώνομαι σε κάτι
- sich widmen einer Sache
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αφιερώνω όλες μου τις δυνάμεις σ' ένα πράγμα
- all seine Kraft einer δοτ Sache widmen