στο λεξικό PONS
περιστροφικ|ός <-ή, -ό> [pɛristrɔfiˈkɔs] ΕΠΊΘ
- περιστροφικός
- Dreh-
- περιστροφικός κινητήρας
- Kreiskolbenmotor αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- περιστροφικός διακόπτης
- Drehschalter αρσ
- περιστροφικός κινητήρας
- Kreiskolbenmotor αρσ