στο λεξικό PONS
I. διδά|σκω <-ξα, -χτηκα, -γμένος> [ðiˈðaskɔ] VERB μεταβ
- διδάσκω
- lehren
II. διδάσκομαι VERB αυτοπ ρήμα
- διδάσκομαι
- lernen
- διδάσκομαι από τα λάθη μου
- aus seinen Fehlern lernen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.