στο λεξικό PONS
έλλειψ|η <-εις> [ˈɛlipsi] SUBST θηλ
1. έλλειψη (ατέλεια, ελάττωμα, ανυπαρξία):
- έλλειψη
- Mangel αρσ
- ελλείψει +γεν
- mangels +γεν
- έχει έλλειψη χρημάτων
- ihm mangelt es an Geld
- έχει έλλειψη χρημάτων
- ihm fehlt Geld
- υπάρχουν ακόμα πολλές ελλείψεις (στο σπίτι κτλ)
- es fehlen noch einige Dinge
- έλλειψη τροφίμων
- Nahrungsmittelknappheit θηλ
- έλλειψη χρημάτων
- Geldmangel αρσ
- έλλειψη βιταμινών
- Vitaminmangel αρσ
- έλλειψη ιωδίου
- Jodmangel αρσ
- έλλειψη φολικού οξέος
- Folsäuremangel αρσ
- έλλειψη χώρου
- Platzmangel αρσ
2. έλλειψη:
- έλλειψη ΓΕΩΜ, ΓΛΩΣΣ
- Ellipse θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- έλλειψη θηλ συναλλάγματος
- Devisenknappheit θηλ
- έλλειψη θηλ προφίλ μτφ
- Profillosigkeit θηλ
- έλλειψη θηλ συμπόνιας
- Mitleidlosigkeit θηλ
- έλλειψη θηλ ύφους
- Stillosigkeit θηλ
- έλλειψη θηλ ιωδίου
- Jodmangel αρσ