στο λεξικό PONS
ανησυχία [anisiˈçia] SUBST θηλ
1. ανησυχία (έλλειψη ησυχίας, ανυπομονησία):
- ανησυχία
- Unruhe θηλ
- δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας
- es gibt keinen Grund zur Beunruhigung
2. ανησυχία (στενοχώρια, σκέψεις):
- ανησυχία
- Besorgnis θηλ
- βάζω κάποιον σε ανησυχία
- jdm Sorgen machen/bereiten
- ανησυχίες (ενδιαφέροντα)
- Interessen ουδ πλ