στο λεξικό PONS
ανίκαν|ος <-η, -ο> [aˈnikanɔs] ΕΠΊΘ
1. ανίκανος:
- ανίκανος για
- unfähig zu +δοτ
- ανίκανος για εργασία
- erwerbsunfähig, arbeitsunfähig
- ανίκανος να κληρονομίσει ΝΟΜ
- erbunfähig
- ανίκανος προς κράτηση ΝΟΜ
- haftunfähig
2. ανίκανος ΙΑΤΡ:
- ανίκανος
- impotent
3. ανίκανος ΣΤΡΑΤ:
- ανίκανος
- untauglich
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ανίκανος βιοπορισμού ΝΟΜ
- erwerbsunfähig
- δικαιοπρακτικά ανίκανος
- geschäftsunfähig
- ανίκανος/ικανός να κληρονομίσει ΝΟΜ
- erbunfähig/erbfähig
- ανίκανος για εργασία
- erwerbsunfähig, arbeitsunfähig
- ανίκανος να κληρονομίσει ΝΟΜ
- erbunfähig