στο λεξικό PONS
προσωποποι|ώ <-είς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [prɔsɔpɔpiˈɔ] VERB μεταβ
- προσωποποιώ
- personifizieren
- είναι η καλοσύνη προσωποποιημένη
- er/sie ist die Güte in Person
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.