στο λεξικό PONS
ανώτερ|ος <-η, -ο> [aˈnɔtɛrɔs] ΕΠΊΘ
1. ανώτερος (σε ιεραρχία, ποιότητα, τάξη):
- ανώτερος
- höher
- είμαι ανώτερος υποψίας
- über allen Verdacht erhaben sein
- ανωτέρα βία
- höhere Gewalt θηλ
- ανώτερη διοίκηση (σε εταιρεία)
- Topmanagement ουδ
- ανωτέρα εκπαίδευση
- Fortbildung θηλ
2. ανώτερος (καλύτερος):
- νομίζει πως είναι ανώτερός μας
- er fühlt sich uns δοτ überlegen
- και εις ανώτερα!
- weiter so!
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- είμαι ανώτερος υποψίας
- über allen Verdacht erhaben sein
- νομίζει πως είναι ανώτερός μας
- er fühlt sich uns δοτ überlegen