στο λεξικό PONS
επιθυμία [ɛpiθiˈmia] SUBST θηλ
- επιθυμία
- Wunsch αρσ
- έχεις καμιά επιθυμία;
- hast du irgendeinen Wunsch?
- έχω την επιθυμία να …
- ich habe den Wunsch, zu …
- εκφράζω μια επιθυμία
- einen Wunsch äußern
- εκπληρώνω/ικανοποιώ την επιθυμία κάποιου
- jds Wunsch erfüllen
- κατ' επιθυμία(ν) του …
- auf Wunsch des …
- ιδιαίτερη επιθυμία
- Sonderwunsch αρσ
- σεξουαλική επιθυμία
- sexuelles Verlangen ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ιδιαίτερη επιθυμία
- Sonderwunsch αρσ
- σεξουαλική επιθυμία
- sexuelles Verlangen ουδ
- έχω την επιθυμία να …
- ich habe den Wunsch, zu …
- μια δυσεκπλήρωτη επιθυμία
- ein schwer zu erfüllender Wunsch
- έχεις καμιά επιθυμία;
- hast du irgendeinen Wunsch?