στο λεξικό PONS
σούπα [ˈsupa] SUBST θηλ
- σούπα
- Suppe θηλ
- κάτι είναι σούπα οικ μτφ
- etw ist todlangweilig
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- η σούπα είναι λύσσα
- die Suppe ist völlig versalzen
- σου αρέσει η σούπα;
- schmeckt dir die Suppe?
- πολλή σούπα μού έδωσες
- du hast mir zu viel Suppe gegeben
- η σούπα καίει
- die Suppe ist heiß
- κάτι είναι σούπα οικ μτφ
- etw ist todlangweilig