στο λεξικό PONS
προσπάθεια [prɔsˈpaθia] SUBST θηλ
1. προσπάθεια (δοκιμή):
- προσπάθεια
- Versuch αρσ
- κάνω (μια) προσπάθεια να …
- einen Versuch machen, zu …
2. προσπάθεια (κόπος):
- προσπάθεια
- Bemühung θηλ
- κάνω/καταβάλλω προσπάθειες να …
- sich bemühen zu …
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- σισύφεια προσπάθεια
- Sisyphusarbeit θηλ
- ηράκλεια προσπάθεια
- Herkulesarbeit θηλ
- κάνω (μια) προσπάθεια να …
- einen Versuch machen, zu …
- κάνεις άσκοπη προσπάθεια, δε θα πετύχει - έστω (ως απάντηση)
- du bemühst dich umsonst, es wird nicht funktionieren - trotzdem