στο λεξικό PONS
συμπεριφορά [simbɛrifɔˈra] SUBST θηλ
1. συμπεριφορά (διαγωγή):
- συμπεριφορά
- Benehmen ουδ
- δεν είναι συμπεριφορά αυτή!
- was ist denn das für ein Benehmen!
2. συμπεριφορά (κάποιου μηχανήματος):
- συμπεριφορά
- Verhalten ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- δεν είναι συμπεριφορά αυτή!
- was ist denn das für ein Benehmen!
- συμπεριφορά θηλ του καταναλωτή
- Konsumentenverhalten ουδ
- πώς ερμηνεύεις τη συμπεριφορά του;
- wie erklärst du (dir) sein Verhalten?
- μου έκανε εντύπωση η συμπεριφορά της
- ihr Verhalten hat mich beeindruckt
- δε θα επιτρέψω ποτέ τέτοια συμπεριφορά!
- so ein Verhalten werde ich ganz einfach nicht zulassen!