στο λεξικό PONS
πρόθυμ|ος <-η, -ο> [ˈprɔθimɔs] ΕΠΊΘ
1. πρόθυμος (που δείχνει διάθεση, όρεξη):
- πρόθυμος
- bereitwillig
2. πρόθυμος (ευγενικός):
- πρόθυμος
- freundlich
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- φάνηκε πρόθυμος/γενναιόδωρος
- er zeigte sich zuvorkommend/großzügig