στο λεξικό PONS
σφυροκοπ|ώ <-άς [ή -είς], -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [sfirɔkɔˈpɔ] VERB μεταβ
1. σφυροκοπώ (με σφυρί):
- σφυροκοπώ κάτι
- hämmern auf etw αιτ
2. σφυροκοπώ ΣΤΡΑΤ:
- σφυροκοπώ μτφ
- unter Beschuss halten
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.