στο λεξικό PONS
άνετ|ος <-η, -ο> [ˈanɛtɔs] ΕΠΊΘ
1. άνετος (κάθισμα, δουλειά):
- άνετος
- bequem
2. άνετος (σπίτι):
- άνετος
- komfortabel
ιδιωτισμοί:
- αυτό το κάνει άνετα
- es fällt ihm leicht, das zu tun
- μιλάει άνετα γερμανικά
- er spricht fließend Deutsch
- δε νιώθω άνετα
- ich fühle mich nicht wohl
- το παίζω άνετος (προσποιούμαι τον αδιάφορο)
- sich gleichgültig stellen
- το παίζω άνετος (προσποιούμαι τον αθώο)
- das Unschuldslamm spielen
άνετος ΕΠΊΘ
- μιλάει άνετα αγγλικά
- er/sie spricht fließend Englisch
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- το παίζω άνετος (προσποιούμαι τον αδιάφορο)
- sich gleichgültig stellen