στο λεξικό PONS
φθ|είρω <-ειρα, -άρθηκα, -αρμένος> [ˈfθirɔ] VERB μεταβ
1. φθείρω (τρίβω, χαλώ):
- φθείρω
- abnutzen, verschleißen
2. φθείρω μτφ (ηθικά):
- φθείρω
- verderben
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.