στο λεξικό PONS
I. μετακομί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [mɛtakɔˈmizɔ] VERB μεταβ (μεταφέρω)
- μετακομίζω
- befördern
II. μετακομί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [mɛtakɔˈmizɔ] VERB αμετάβ (αλλάζω κατοικία)
- μετακομίζω
- umziehen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.