στο λεξικό PONS
γέλιο [ˈjɛʎɔ] SUBST ουδ
1. γέλιο:
- γέλιο
- Lachen ουδ
- ένα γέλιο μέχρι τ' αφτιά
- ein Strahlen ουδ von einem Ohr zum anderen
- είναι για γέλια
- es ist zum Lachen
- είναι για γέλια και για κλάματα
- es ist zum Lachen und zum Weinen
- έβαλε τα γέλια
- er fing an zu lachen
- ξεσπώ σε γέλια
- in Gelächter/Lachen ausbrechen
- πατώ/μπήγω τα γέλια
- in Gelächter/Lachen ausbrechen
- ξεκαρδίζομαι/σκοτώνομαι/σκάω/λύνομαι στα γέλια
- sich totlachen
- κρατώ την κοιλιά μου από τα γέλια
- sich den Bauch vor Lachen halten
- δεν κρατιέμαι από τα γέλια
- sich vor Lachen nicht mehr halten können
- κατουριέμαι από τα γέλια
- sich vor Lachen in die Hose machen
- του βγήκαν ξινά τα γέλια
- ihm ist das Lachen vergangen
- νευρικό γέλιο
- Kichern ουδ
- τους έπιασε νευρικό γέλιο
- sie fingen an zu kichern
2. γέλιο (ομαδικό):
- γέλιο
- Gelächter ουδ
- τα γέλια
- das Gelächter ουδ ενικ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- νευρικό γέλιο
- Kichern ουδ
- τους έπιασε νευρικό γέλιο
- sie fingen an zu kichern
- ένα γέλιο μέχρι τ' αφτιά
- ein Strahlen ουδ von einem Ohr zum anderen