στο λεξικό PONS
κουρασμέν|ος <-η, -ο> [kurazˈmɛnɔs] ΕΠΊΘ
- κουρασμένος
- müde
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κουρασμένος
- müde
Αναζήτηση στο λεξικό
- κουπί
- κουπόνι
- κουπ πατ
- κούρα
- κουράγιο
- κουρασμένος
- κουραστικός
- κουραφέξαλα
- Κουρδικά
- κουρδικός
- κούρδικος