στο λεξικό PONS
σημαίνω <σήμανα, σημάνθηκα, (σε)σημασμένος> [siˈmɛnɔ] VERB μεταβ
1. σημαίνω (έχω κάποια σημασία):
- σημαίνω
- bedeuten
- τι σημαίνει …;
- was bedeutet …?
- αυτό σημαίνει ότι …
- das bedeutet, dass …
- κάτι σημαίνει αυτό (δεν ήταν τυχαίο αυτό που συνέβηκε)
- das hat etwas zu sagen
- τι σημαίνουν όλ' αυτά;
- was hat das alles zu sagen?
- (και) τι σημαίνει αυτό; (είναι αδιάφορο)
- was hat das zu sagen?
- αυτό δε σημαίνει ότι δεν είχα όρεξη
- das heißt nicht, dass ich keine Lust hatte
- η γνώμη του δε σημαίνει τίποτα για μένα
- seine Meinung bedeutet mir nichts
ιδιωτισμοί:
- το ρολόι σήμανε δέκα
- die Uhr hat zehn geschlagen
- σημαίνω συναγερμό
- Alarm schlagen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- σημαίνω συναγερμό
- Alarm geben